Πολύ συχνά στην οικογένεια το παιδί κλαίει, γκρινιάζει, γίνεται επιθετικό, φωνάζει στους γονείς του γιατί εκείνοι δεν κάνουν κάτι που θέλει, δεν του «κάνουν το χατίρι». Πολλές φορές η ήττα του παιδιού για παράδειγμα σε ένα παιχνίδι έχει προκαλέσει φωνές και εντάσεις στην οικογένεια που ανησυχούν και ίσως φοβίζουν τους περισσότερους γονείς. Φωνές και εντάσεις, γιατί οι επιθυμίες του ματαιώνονται. Έτσι, πολλές φορές οι γονείς προτιμούν να αφήσουν να «περάσει το δικό του» (π.χ. να μην πάει στο κρεβάτι για ύπνο στην ώρα του, να νικήσει στο παιχνίδι ή να περάσει περισσότερη ώρα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή). Όλες αυτές οι υποχωρήσεις γίνονται προκειμένου να μην το πληγώσουν και να αποφύγουν τις μετέπειτα συγκρούσεις.

Όμως, η τακτική αυτή διδάσκει στο παιδί ότι οι επιθυμίες του πρέπει να ικανοποιούνται πάντα. Δε μαθαίνει να ελέγχει τις αντιδράσεις του, όταν βιώνει κάτι απρόβλεπτο, κάποια απαγόρευση, κάτι δυσάρεστο, να έχει, δηλαδή, ανοχή και αντοχή στη ματαίωση. Είναι σαν οι γονείς να του συμπεριφέρονται με τέτοιον τρόπο ώστε το παιδί να μη θυμώνει, να μην οργίζεται. Δεν του μαθαίνουν όμως, το πώς είναι να είναι κανείς θυμωμένος, να το υπομένει και να το διαχειρίζεται.

Η ανοχή στη ματαίωση είναι μία δεξιότητα που είναι απαραίτητο το παιδί να αρχίσει να διδάσκεται, γιατί μέσα από αυτή τη δεξιότητα το παιδί μαθαίνει πώς να αναβάλει την ικανοποίηση των επιθυμιών του, πώς να δέχεται και να αντιδρά στην απαγόρευση και, εν τέλει, να ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Έτσι, όταν το παιδί αντέχει το γεγονός ότι οι επιθυμίες του δεν είναι δυνατόν να ικανοποιούνται πάντα και ότι οι επιθυμίες του πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα και τους άλλους γύρω του, μαθαίνει τα προσωπικά του όρια αλλά και τα όρια των άλλων εξηγεί ο Νίκος Τσακνάκης, ψυχολόγος. Με αυτόν τον τρόπο του δίνεται η ευκαιρία να συνειδητοποιήσει και να κατανοήσει ότι δεν έχει πάντα εκείνο τον έλεγχο αλλά και ότι παράλληλα ελέγχεται από το περιβάλλον του (π.χ. τους γονείς του, τα αδέρφια του). Τη σταδιακή αυτή εξοικείωση με τη ματαίωση το παιδί θα την υιοθετήσει αργότερα και στο σχολικό του περιβάλλον. Επομένως, όταν το παιδί μπορεί και ανέχεται τη ματαίωση των επιθυμιών του, τότε είναι λιγότερο απαιτητικό και περισσότερο συνεργάσιμο και υπομονετικό (Miller & Green, 1985).

Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν το παιδί να μάθει να αντέχει τη ματαίωση;

Κατ’ αρχάς είναι σημαντικό οι γονείς να λάβουν υπόψη το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, ώστε τα παρακάτω βήματα να εφαρμοστούν με τρόπο κατάλληλο για το γνωστικό και συναισθηματικό επίπεδό του. Για παράδειγμα, ο γονιός δε μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη του βρέφους για θρέψη, μπορεί όμως να αρνηθεί στο παιδί των 2 ετών να φάει ένα τέταρτο μπισκότο. Έτσι, καλό είναι οι γονείς να εισάγουν σταδιακά την έννοια της ματαίωσης από τους 12 μήνες ζωής του παιδιού και μετά.

Ένα πρώτο βήμα είναι η θέσπιση και η εδραίωση ορίων από την πλευρά των γονιών (π.χ. «Θα παίξεις μία ώρα στον υπολογιστή»). Είναι ιδιαίτερης σημασίας τα όρια να εφαρμόζονται με συνέπεια και σταθερότητα και από τους δύο γονείς, ώστε να μη δημιουργούν σύγχυση στο παιδί αναφορικά με το τι αναμένεται από εκείνο. Η θέσπιση ορίων, ακόμη, μπορεί να είναι αποτέλεσμα συνεργασίας με το παιδί, όταν το γνωστικό του επίπεδο του επιτρέπει να κατανοήσει τι είναι όριο και ποια η χρησιμότητά του (συνήθως από 7 ετών και μετά).

Είναι σημαντικό ακόμη, οι γονείς να διερευνούν κάθε φορά το αίτημα-επιθυμία του παιδιού και βάσει της φύσης του αιτήματος και του αναπτυξιακού επιπέδου του παιδιού, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, να αποφασίσουν αν θα το ικανοποιήσουν ή όχι.

 

Όταν επιλέξουν ότι δε θα ικανοποιήσουν την επιθυμία του παιδιού καλό είναι πρώτα να την αναγνωρίσουν και να την αντιμετωπίσουν με ενσυναίσθηση (π.χ. «Όντως δεν είναι ωραίο να χάνει κανείς στο παιχνίδι και βλέπω ότι έχεις αναστατωθεί πολύ. Δε με πειράζει που μου έχεις θυμώσει γιατί έτσι είναι τα παιχνίδια, κάποιος κερδίζει και κάποιος χάνει.»).

Μία άλλη λύση, όταν το παιδί χρειάζεται να περιμένει για την ικανοποίηση της επιθυμίας του (π.χ. να φάει), και χρειάζεται να είναι υπομονετικό, είναι ο γονιός να μπορεί να περιγράφει τα βήματα που κάνει στα πλαίσια της εκπλήρωσης του αιτήματος του παιδιού (π.χ. «Πεινάς πολύ! Λοιπόν, τώρα θα βάλω το νερό να βράσει, θα στρώσω το τραπεζομάντηλο κλπ.».). Επομένως, το παιδί εξασκείται στην αναμονή και παράλληλα ο γονιός το πληροφορεί ότι δεν έχει αγνοήσει την επιθυμία του και ότι προσπαθεί να την ικανοποιήσει ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την υπομονή που δείχνει το παιδί.

Οι συμβιβασμοί αποτελούν μία άλλη λύση που ενισχύει την ανοχή του παιδιού στη ματαίωση. Γονείς και παιδί, κάνουν μία συμφωνία κατά την οποία το αρχικό αίτημα του παιδιού έρχεται σε συμφωνία με τα «θέλω» των γονιών (π.χ. «Μπορείς να παίξεις με τους φίλους σου αν έχεις τελειώσει πρώτα με τα μαθήματά σου.») (Markham, 2012).

Τα βήματα αυτά λοιπόν, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία για να μάθει το παιδί να ελέγχει τις επιθυμίες του και να δέχεται την άρνηση της ικανοποίησης τους. Έτσι, το παιδί αναπτύσσει μία εσωτερική φωνή που το βοηθά να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται τις ματαιώσεις στη ζωή του. Μπορεί να πει κανείς ότι, η ανοχή στην ήττα για παράδειγμα σε ένα παιχνίδι αποτελεί ένα γερό θεμέλιο για την ανοχή σε ματαιώσεις στην ενήλικη ζωή, μια ικανότητα απαραίτητη τόσο σε ατομικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο.

Αφήστε το σχόλιο σας

σχόλια

loading...